
Πρόσθετα λαδιού/καυσίμου: Πώς λειτουργούν και πόσο συμβάλλουν;
Η βασική τους λειτουργία στηρίζεται είτε σε χημικές αντιδράσεις είτε στη δημιουργία προστατευτικών φιλμ.
Οι περισσότεροι κατασκευαστές αποθαρρύνουν τη χρήση πρόσθετων λαδιού, αν και μπορούν να βοηθήσουν παλιούς/ταλαιπωρημένους κινητήρες.
Τα πρόσθετα καυσίμου συμβάλλουν σε «καθαρότερη» καύση, αν και δεν βελτιώνουν την απόδοση.
Κανένα πρόσθετο δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ποιοτικό λάδι και την καθαρή βενζίνη.
autoagora Team
Η βασική τους λειτουργία στηρίζεται είτε σε χημικές αντιδράσεις είτε στη δημιουργία προστατευτικών φιλμ
Τα προσθετικά υγρών δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε κάποια πατέντα της aftermarket αγοράς. Αντίθετα, αποτελούν βασικό κομμάτι της σύγχρονης λιπαντικής και τεχνολογίας καυσίμων. Κάθε λάδι κινητήρα και κάθε σύγχρονο καύσιμο περιέχει ήδη ένα «πακέτο» προσθετικών, σχεδιασμένο από τον κατασκευαστή για συγκεκριμένες προδιαγραφές, ανοχές και συνθήκες λειτουργίας.
Τα πρόσθετα του εμπορίου έρχονται να «προστεθούν» σε αυτή τη σύνθεση και ισχυρίζονται ότι ενισχύουν συγκεκριμένες ιδιότητες: μειώνουν τριβές, καθαρίζουν επικαθίσεις, προστατεύουν μεταλλικές επιφάνειες ή βελτιώνουν τη συμπεριφορά του καυσίμου. Η βασική τους λειτουργία στηρίζεται είτε σε χημικές αντιδράσεις είτε στη δημιουργία προστατευτικών φιλμ, όμως το ερώτημα είναι αν μπορούν όντως να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από τη συνολική σύνθεση του υγρού στο οποίο προστίθενται.
Οι περισσότεροι κατασκευαστές αποθαρρύνουν τη χρήση πρόσθετων λαδιού, αν και μπορούν να βοηθήσουν παλιούς/ταλαιπωρημένους κινητήρες
Στην περίπτωση του λαδιού κινητήρα, το θέμα γίνεται πιο σύνθετο. Τα σύγχρονα λιπαντικά είναι προϊόν μακράς εξέλιξης και αυστηρών δοκιμών, με πολύ συγκεκριμένη ισορροπία μεταξύ βάσης και προσθετικών. Η προσθήκη ενός εξωτερικού προϊόντος μπορεί θεωρητικά να ενισχύσει ιδιότητες όπως η αντιτριβική προστασία ή η αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες, όμως ταυτόχρονα μπορεί να αλλοιώσει το ιξώδες ή τη συμπεριφορά του λαδιού σε ψυχρή εκκίνηση.
Οι περισσότεροι κατασκευαστές κινητήρων αποθαρρύνουν τη χρήση τέτοιων προϊόντων, όχι από συντηρητισμό, αλλά επειδή κάθε αλλαγή στη σύνθεση μπορεί να επηρεάσει ανοχές και υδραυλικά συστήματα, ειδικά σε σύγχρονους κινητήρες. Σε παλαιότερα σύνολα ή σε περιπτώσεις αυξημένης φθοράς, ορισμένα προσθετικά μπορεί να προσφέρουν προσωρινή βελτίωση στη λειτουργία ή μείωση θορύβων, χωρίς όμως να αποτελούν λύση στο πρόβλημα.
Τα πρόσθετα καυσίμου συμβάλλουν σε «καθαρότερη» καύση, αν και δεν βελτιώνουν την απόδοση
Τα προσθετικά καυσίμου είναι ίσως η πιο διαδεδομένη κατηγορία και αυτή που δημιουργεί τις μεγαλύτερες προσδοκίες. Καθαριστικά μπεκ, βαλβίδων και θαλάμου καύσης υπόσχονται καλύτερη καύση, μειωμένη κατανάλωση και πιο «ζωντανό» κινητήρα. Σε κινητήρες με αρκετά χιλιόμετρα ή σε οχήματα που κινούνται κυρίως σε αστικό περιβάλλον, ο καθαρισμός επικαθίσεων μπορεί όντως να έχει μετρήσιμο αποτέλεσμα στη λειτουργία. Ωστόσο, οι υποσχέσεις για αύξηση ισχύος ή θεαματική μείωση κατανάλωσης σπάνια επιβεβαιώνονται στην πράξη.
Στους σύγχρονους κινητήρες, που ήδη λειτουργούν με καύσιμα εμπλουτισμένα με εργοστασιακά πρόσθετα, το όφελος συχνά περιορίζεται στη συντήρηση και όχι στη βελτίωση της απόδοσης πέρα από τα εργοστασιακά επίπεδα.
Κανένα πρόσθετο δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ποιοτικό λάδι και την καθαρή βενζίνη
Η πραγματικότητα γύρω από τα προσθετικά υγρών βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον μύθο και την απόλυτη απόρριψη. Δεν πρόκειται για «μαγικά φίλτρα» που θεραπεύουν φθαρμένους κινητήρες, ούτε μπορούν να αντικαταστήσουν τη σωστή συντήρηση, το ποιοτικό λάδι και το σωστό καύσιμο.
Από την άλλη, δεν είναι όλα απάτη ή άχρηστα. Σε συγκεκριμένες συνθήκες και με σωστή χρήση, ορισμένα προϊόντα μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της καλής λειτουργίας ή να περιορίσουν συμπτώματα φθοράς. Το κρίσιμο σημείο είναι η κατανόηση των ορίων τους και η αποφυγή υπερβολικών προσδοκιών. Τα προσθετικά μπορεί να είναι εργαλείο, αλλά όχι λύση από μόνα τους.

