Το εσωτερικό του Prius δεύτερης γενιάς είχε σχετικά σκληρά πλαστικά και αδιάφορη αισθητική.

Στην τρίτη γενιά τα υλικά της καμπίνας βελτιώθηκαν κατά πολύ ενώ η αισθητική απέκτησε πιο high-tech χαρακτήρα.

Θες Prius με τηλεχειριζόμενο κλιματισμό και φωτοβολταϊκά ή χωρίς;

Διαβάστηκε από 2707 αναγνώστες - 30/5/2017

 
 
Όταν ακούς Prius σκέφτεσαι αμέσως «υβριδικό», αλλά και το αντίστροφο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Prius ήταν το πρώτο υβριδικό μαζικής παραγωγής και κατά συνέπεια ήταν η πρώτη επαφή των περισσοτέρων από εμάς με την υβριδική τεχνολογία. ¶λλος ένας παράγοντας που έχουν συνδέσει πολλοί τον όρο υβριδικό με το Prius είναι η παλαιότητά του. Το Prius έχει ήδη 20 χρόνια που κυκλοφορεί καθώς η εμπορική του πορεία ξεκίνησε το 1997 στην Ιαπωνία και μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν αν όχι η μοναδική, από τις λίγες υβριδικές προτάσεις που είχε η  αγορά.
 
Αν θέλεις, λοιπόν, ένα Prius 5 έως 10 ετών θα βρεθείς αντιμέτωπος με το δίλημμα ποια γενιά να προτιμήσεις. Εμείς κάνουμε τη σύγκριση για εσένα ώστε να σε βγάλουμε από τη δύσκολη αυτή θέση. Παρακάτω, λοιπόν, θα συγκρίνουμε τη δεύτερη γενιά του μοντέλου που κυκλοφόρησε το 2003 με την τρίτη γενιά που κυκλοφόρησε το 2009.



Έχει φωτοβολταϊκά στην οροφή, τηλεχειριζόμενο κλιματισμό και είναι και ελαφρύτερο από το προηγούμενο.
 
Στο νεότερο εκ των δύο Prius το υβριδικό σύστημα είναι ίδιο στη φιλοσοφία και στη διάταξη του, αλλά εξελιγμένο στα σημεία σε σχέση με την προηγούμενη γενιά σε βαθμό που φτάνει το 90%, σύμφωνα με τον κατασκευαστή. Πιο συγκεκριμένα, ο άξονας μετάδοσης, ο κινητήρας και ο μετασχηματιστής έχουν μειωμένο βάρος, ώστε να επιτευχθεί μικρότερη κατανάλωση αλλά και καλύτερες επιδόσεις.
 
Ανανεωμένο, επίσης, είναι και το σύστημα ανάκτησης ενέργειας κατά την πέδηση. Επίσης, ο αερισμός της καμπίνας υπάρχει η δυνατότητα να γίνεται από φωτοβολταϊκά που βρίσκονται στην ηλιοροφή, ενώ ο τηλεχειριζόμενος κλιματισμός τροφοδοτείται αποκλειστικά από την μπαταρία. Ένα μέσο ακόμα που θα μειώσει τις ανάγκες του οχήματος σε ενέργεια, είναι η τοποθέτηση λαμπτήρων LED σε αρκετά μέρη του Prius.
  

 

Έχει τέτοιον εξωτερικό σχεδιασμό που το κάνει να δείχνει πολύ πιο νεανικό, όμορφο και δυναμικό από το προηγούμενο.
 
Ξεκινώντας με την εξωτερική σχεδίαση του μοντέλου, αυτή αποτελεί φυσική συνέχεια της σχεδίασης που ακολουθούσαν οι δύο προηγούμενες γενιές. Το εξωτερικό του τρίτης γενιάς Prius είναι μια επιτυχημένη εξέλιξη του κλασικού σφηνοειδούς σχήματος της δεύτερης γενιάς, με πιο αεροδυναμικό σχεδιασμό. Τα εμπρός φωτιστικά σώματα για παράδειγμα είναι πιο λεπτά, σφηνοειδή και τραβηγμένα προς τα πίσω προβάλλοντας έτσι περισσότερο δυναμισμό, ενώ επανασχεδιασμένη επίσης είναι η μάσκα και το πίσω μέρος το οποίο διαθέτει εντονότερες γωνίες και ακμές. Μεγαλύτερα σε όγκο είναι επίσης τα πίσω φωτιστικά σώματα, τα οποία ενσωματώνουν λαμπτήρες τεχνολογίας LED.
 
Αν σε ενδιαφέρει, λοιπόν, η εξωτερική σχεδίαση το Prius τρίτης γενιάς αποτελεί μονόδρομο καθώς είναι σημαντικά πιο όμορφο και πιο δυναμικό (αν και η ομορφιά παραμένει πάντα ένα θέμα υποκειμενικό). Εκτός από πιο δυναμικό, το νεότερο εκ των δύο Prius είναι και πιο οικονομικό. Ένας βασικός παράγοντας για τη διατήρηση της χαμηλής κατανάλωσης είναι ο συντελεστής της αεροδυναμικής, ο οποίος έφτασε στο Cd 0.25 (από το 0.26 του Prius II).
 
Αναφορικά με τις εξωτερικές διαστάσεις, σχεδόν όλες είναι αυξημένες σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο, με το μήκος να φτάνει στα 4.460 χλστ. (+10 χλστ.) και το πλάτος στα 1.745 χλστ. (+20 χλστ.). Το μεταξόνιο παρέμεινε ως είχε (2.700 χλστ.), όπως και το μέγιστο ύψος της οροφής (1.491 χλστ.), με μόνη διαφορά ότι το σημείο αυτό μεταφέρθηκε προς τα πίσω κατά 10 εκ., βελτιώνοντας σημαντικά τον αέρα για τα κεφάλια των πίσω επιβατών.
 

Έχει καμπίνα πολύ πιο premium από το προηγούμενο, πιο εργονομική και με μεγαλύτερους χώρους.
 
Συνεχίζοντας στο εσωτερικό, η καμπίνα του Prius τρίτης γενιάς έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να αποπνέει έναν περισσότερο premium χαρακτήρα. Τα υλικά κατασκευής, παρ` ότι συνεχίζουν να είναι στη μεγαλύτερη έκταση σκληρά, αλλά και το φινίρισμα είναι πολύ πιο προσεγμένα σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο, στο οποίο υπήρχαν ενστάσεις. Η κεντρική κονσόλα είναι σχεδιασμένη ώστε να είναι πιο πρακτική για τον οδηγό, το ταμπλό διαθέτει περισσότερους αποθηκευτικούς χώρους για μικροαντικείμενα και ο επιλογέας ταχυτήτων βρίσκεται σε σχετικά υψηλό σημείο, ώστε να παρέχει καλύτερο και πιο άνετο χειρισμό στον οδηγό.
 
Από πλευράς χώρων το εσωτερικό δείχνει να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες πέντε επιβατών χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, με τους πίσω επιβάτες να έχουν περισσότερο αέρα για το κεφάλι. Ο χώρος αποσκευών είναι μεγαλύτερος κατά 1 εκ. σε μήκος και κατά 5,6 εκ. σε πλάτος και ανέρχεται στα 410 λίτρα.
 
Τέλος, για την καλύτερη θέση οδήγησης το τιμόνι ρυθμίζεται και σε απόσταση, αλλά ο χώρος για τα πόδια του οδηγού παραμένει αρκετά στενός, εξαιτίας του ογκώδους τούνελ του ταμπλό.
 
 

Καίει ακόμα λιγότερο αλλά ταυτόχρονα είναι πιο δυνατό, πιο γρήγορο και οδηγικά πιο ευχάριστο.
 
Οι μεγαλύτερες, ωστόσο, διαφορές του Prius τρίτης γενιάς σε σχέση με το προηγούμενο, έγκεινται στο κινητήριο σύνολο που εδρεύει κάτω από το καπό. Εκεί, βρίσκεται ένας βενζινοκινητήρας 1,8 λτ., ο οποίος αποδίδει 98 ίππους και έχει 142 Nm ροπής, δηλαδή 20 ίππους και 27 Nm περισσότερα από την προηγούμενη γενιά Prius με τον κινητήρα του 1,5 λίτρου. Αυτό το μηχανικό σύνολο συνεργάζεται με ένα ισχυρότερο ηλεκτρικό μοτέρ, του οποίου η ισχύς φτάνει τους 80 ίππους, με αποτέλεσμα η συνδυασμένη απόδοση του υβριδικού μοντέλου να ανέρχεται στους 136 ίππους. Στον τομέα της μετάδοσης, υπεύθυνο είναι ένα αυτόματο κιβώτιο συνεχώς μεταβαλλόμενης σχέσης (CVT), το οποίο μεταφέρει την κίνηση στους εμπρόσθιους τροχούς.
 

Από πλευράς επιδόσεων, τα πρώτα 100 χλμ./ώρα από στάση επιτυγχάνονται σε 9,8 δλ., επίδοση κατά 1 δλ. ταχύτερη από το δεύτερης γενιάς Prius, ενώ η μέση κατανάλωση είναι 4,0 λ./100 χλμ. σε αντίθεση με τα 4,3 λτ./100 χλμ. στο Prius II.
 
Παράλληλα, το Prius ΙΙΙ προσφέρει στον οδηγό τρεις επιλογές οδήγησης. Το EV-Drive Mode επιτρέπει μόνο στον ηλεκτροκινητήρα να λειτουργεί, απορροφώντας ενέργεια από τις μπαταρίες για απόσταση περίπου 1,5 χιλιομέτρου. Το Power Mode κάνει πιο άμεση την απόκριση στο γκάζι, ενώ το Eco Mode βοηθά τον οδηγό να επιτύχει τη μικρότερη κατανάλωση σε καύσιμο.
 
Στο δρόμο το Prius τρίτης γενιάς έχει καλύτερη ποιότητα κύλισης από το προηγούμενο μοντέλο και είναι πολύ πιο ευχάριστο οδηγικά, αν και συνεχίζει να σε προδιαθέτει να κινείσαι σε χαλαρούς ρυθμούς. Το τιμόνι έχει περισσότερη αίσθηση, αν και πάλι πάσχει από σαφή πληροφόρηση και σωστό βάρος, ενώ οι κλίσεις και οι πλεύσεις είναι ελεγχόμενες. Η άνεση από την ανάρτηση είναι καλή, αλλά η ηχομόνωση στις υψηλές ταχύτητες θα μπορούσε να ήταν καλύτερη, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την προσεγμένη αεροδυναμική μελέτη του μοντέλου.
 
Το μεγάλο πλεονέκτημα του μοντέλου σε σχέση με ανταγωνιστικές προτάσεις της τότε εποχής παραμένει η συνδυαστική ισχύς του Hybrid Synergy Drive, με 136 ίππους, οι καλές επιδόσεις (στα πλαίσια του συμβατικού ανταγωνισμού) και η πολύ χαμηλή  μέση κατανάλωση της τάξης των 4 λτ./100 χλμ.